Τροβαδούρος

Αφήστε με να ψάλλω με λύρα φτωχή τής πλούσιας γλώσσας μας, αυτή την τών Ελλήνων γη. Την αρχέγονη μήτρα π’ ανασαίνει γόνιμος, ερωτική καί πολύτροπος. Σφριγηλή από ελιξήριο κάλλους. Τόπον π’ ολοχρονίς ποικίλουν ανθοί, αρδεύουν χυμοί, μελωδούν κύματα, κι η πρωϊνή δρόσος τον κοσμεί με ιριδισμούς από την ματιά τού αβρού επισκέπτη Ήλιου, τού γαλαντόμου.

Αφήστε με να υμνήσω τα τοπία μιάς γης, όπου κάθε ‘μέρα καρπίζουν ελιές, η δάφνη στιλβώνει τα φύλλα της καί τα μελίσσια τρυγούν ευειδή καμβά, όσο γύρω θεριεύουν οι πλάτανοι καί τα βουνά τής γνέφουν οικειότητα. Ήσυχη στις νύχτες τις ανήσυχες. Ώρες π’ αναδεύονται ρίζες έλατου καί το θυμάρι απλώνει το μέγα της μερίδιο σε μύρο.

Αφήστε με να σηκώσω μιά πέτρα, φωλεά Ιστορίας, απ’ τ’ άγγιγμα μυθικών πελμάτων καί σβώλο να κρατώ από χώμα, που πάνω του σαλεύουν θρύλοι τών ένδοξων νεκρών μας. Καί ν’ ατενίσω τα πέλαγα ένα γύρω: Το μητρικό Αιγαίο. Το ευάερο Ιόνιο, το θυμωμένο Μυρτώο. Καί τ’ αγέρωχο Κρητικό, ως λάμπει θησαυρός, απ’ την θαλπωρή τών ακτών του.

Αφήστε με να σιωπήσω, καθώς άνεμοι τροβαδούροι διατρέχουν κορυφογραμμές καί μέτωπα ανθρώπων, στιγμές που η βλάστηση θεμελιώνει την κυριαρχία της με την ρώμη τής σιωπής. Εδώ οι εποχές συμφύρονται αγόγγυστα. Καί αιώνες μετά, στο ίδιο λίκνο απ’ όπου δεν ξεσκολίσαμε ποτέ, αδρά στέκουν τα χνάρια ηρώων καί αγίων νας. Ξάγρυπνος στα βράδια, που τα διαφεντεύουν γκιώνα καί γεράκι, το θρόϊσμα θρύλων καί τού γρύλλου ο ήχος, ψάλτου συγγενής, ακούω καθαρά βηματισμούς Δασκάλων, τα εύλογα δαφνοστεφών ρητόρων καί στρατηγών τα νικητήρια, όλα ανάκατα με μοιρολόϊ σκλαβιάς, σπαραγμό Χιώτισσας, ως καί ‘κείνο τού Διάκου το πνιχτό βογγητό. Όϊ !

Αφήστε με στο στέρνο τής πατρίδας να γείρω, ν’ αφουγγραστώ εκεί, απ’ την μήτρα τής Κρήτης, μέχρι την θαλλερή δεξαμενή τής Μακεδονίας, κι από την γονατισμένη Μικρασία, ως τα προδομένα μέρη τής Ιλλυρίας, μιάν Καλημέρα ίδια με άσμα λεβέντικο καί την Καληνύχτα, ως προφέρεται σεμνή, σαν μάννας καϋμός κρυφός. ‘Γιατί οι ‘μέρες κι οι νύχτες μας στέκουν πάντα έτοιμες σ’ ένα “ταν ή επί τας”, έμφορτες απ’ το μερτικό μας σε αίμα καί την μάταιη αγιοσύνη τής καρδιάς μας.

Αφήστε με να ψηλαφίσω τον ουρανό μας, όπου ανταμώνουν πόνος καί λεβεντιά, από ‘κει ως αναμετρούν τον “υπέρ πάντων αγώνα” μας καί βυθίζονται μετά στα μύρια μνήματα, ν’ ανταμώσουν άγνωστους στρατιώτες, νεκρούς π’ ακόμα ανασαίνουν, τιμημένοι από Χάροντα καί Μνήμη. Τούτη η γη φυτρώνει ήρωες, όμοια όπως προβάλλει το ταπεινό της χορτάρι. Αβίαστα. Καρπός λες, μιάς συνεχούς Άνοιξης. Τέτοιας γης γόνοι ήσαν οι γονείς καί οι πατεράδες μας. Τα πρόσωπα καί τα έργα τους. Με απόσταξη θυμού απ’ τους ανάξιους καιρούς, που τους τύχαιναν.

Αφήστε με, τώρα, να κλάψω…

 

Print Friendly, PDF & Email