Το πολιτικό μοντέλο της κατά φαντασία ντοκουμεντικής Αθήνας

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟ

Σε ένα άρθρο με τίτλο The Stateless Exhibition, ο επιμελητής του Προγράμματος Δημοσίων Δράσεων της documenta, Paul B. Preciado, μιλά για «ένα πόλεμο των κυρίαρχων τάξεων εναντίον του διεθνούς πληθυσμού, ένα πόλεμο του διεθνούς καπιταλισμού εναντίον της ζωής, ένα πόλεμο των εθνών και των ιδεολογιών εναντίoν των σωμάτων και των αχανών μειονοτήτων». Συνεχίζει, εξακολουθώντας μάλλον να σοβαρολογεί: «Οι οικονομικές και πολιτικές θυσίες στις οποίες έχει υποβληθεί η Ελλάδα από το 2008 είναι απλά η εκκίνηση μιας ευρύτερης διαδικασίας παλινόρθωσης της δημοκρατίας σε όλη την ευρωπαϊκή επικράτεια».

 

Όμως και ο ίδιος ο καλλιτεχνικός διευθυντής της, Adam Szymczyk, μάλλον μοιάζει να έχει κατασκευάσει μια παραλλαγμένη εικόνα της ελλαδικής πρωτεύουσας. Είναι η πόλη της Αθήνας (και όχι η τέχνη της) «ενδιαφέρουσα» στα μάτια του Πολωνού διευθυντή της γερμανικής διοργάνωσης; Ο ίδιος διασαφήνισε με ξεκάθαρο τρόπο ότι γοητεύτηκε από την Αθήνα των αρχών των ’10s ως μια επαναστατική πρόταση προς την άμεση δημοκρατία. Διασαφήνισε, χωρίς να αφήνει περιθώρια παρανόησης, ότι δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα η τοπική σκηνή της τέχνης ή η ιστορία της τελευταίας. Και γιατί θα έπρεπε άραγε; Αν η επόμενη documenta συστεγαστεί, ας πούμε, στη Σόφια της Βουλγαρίας, θα απασχολήσει εμάς, τους κοσμοπολίτες φιλότεχνους που θα σπεύσουμε να την επισκεφτούμε, η τοπική σκηνή; Η απάντηση είναι, προφανώς όχι. Πώς είπατε; Η ελληνική τέχνη είναι κάτι διαφορετικό; Ξανασκεφτείτε το…

 

Οπότε ας γυρίσουμε στις προθέσεις του καλλιτεχνικού διευθυντή της διοργάνωσης. Η Αθήνα είναι στα μάτια του μια πόλη οργισμένων ανθρώπων (οργισμένων για την κρίση και το μνημόνιο, οργισμένων γιατί δεν περιλήφθηκαν στη διοργάνωση) που διαδηλώνουν, πετούν βόμβες μολότοφ, γράφουν συνθήματα στους τοίχους, εξεγείρονται και ζητούν ένα άλλο πρότυπο διακυβέρνησης και – γιατί όχι; – και οικονομίας. Ασφαλώς όχι μια πόλη καλλιτεχνών και διανοουμένων (οι ιθαγενείς συνεργάτες του ασφαλώς δεν είναι διανοούμενοι, όσο και να διευρύνεις στα όριά του τον όρο). Αυτοί οι καλλιτέχνες και διανοούμενοι συνήθως συναντώνται στις πόλεις της Δυτικής Ευρώπης, όχι εδώ, ενώ όταν χρειάζεται να διανθίσουμε μια διοργάνωση με «πολυπολιτισμικότητα» τότε προτιμούμε απολύτως αφομοιωμένους ιθαγενείς που σπουδάζουν σε αυτές τις δυτικές πρωτεύουσες και συμμερίζονται τη γλώσσα και τις αξίες της δυτικής σύγχρονης τέχνης. Μα μόλις κάναμε ένα πλεονασμό· δεν υπάρχει μη-δυτική σύγχρονη τέχνη. Ακόμη κι όταν ο δημιουργός της ή ο επιμελητής που την αναδεικνύει είναι φυλετικά διαφορετικός, η σύγχρονη τέχνη μοιράζεται ένα σύνολο αξιών και κανόνων που μόνο «ως της Δύσης» μπορούν να χαρακτηριστούν.

 

Είναι, λοιπόν, τουλάχιστον περίεργο που η διοργάνωση επιλέγει να χρηματοδοτήσει αδρά το Μουσείο Γιάννη Τσαρούχη. Δεν μπορούμε να φανταστούμε πολλούς Έλληνες καλλιτέχνες πιο αρνητικά διακείμενους σε ό,τι αντιπροσωπεύει η σημερινή documenta και η δυτική (πλεονασμός, το είπαμε) σύγχρονη τέχνη εν γένει. Στην αναζήτηση ενός ιθαγενούς ζωγραφικού ιδιώματος, ο  Τσαρούχης θα έφτανε ως τη συμβολική αντικατάσταση των δυτικών ελαιοχρωμάτων με τη «γηγενή» αυγοτέμπερα (των βυζαντινών τοιχογραφιών). Μα τότε γιατί αυτή η επιλογή της διοργάνωσης; Πιθανόν γιατί σ’ αυτόν είδε μόνο μια queer γενεαλογία· μια εμμονή που κυριάρχησε στην πρώτη φάση της αθηναϊκής παρουσίας της· κάτι που τη βοηθούσε να κατασκευάσει το δικό της αφήγημα. Όπως το έπραξε, εξάλλου, με τη δική της παράδοξα διεστραμμένη ανάγνωση της εμπειρίας της στρατιωτικής δικτατορίας (1967-1974). Έτσι, το έργο του Τσαρούχη υποβιβάστηκε (όχι για πρώτη φορά, είναι η αλήθεια) σε ναυτο-εσατζίδικο ψωνιστήρι.

 

 

 

Θα επηρεάσει την ελληνική σκηνή τα επόμενα χρόνια;

Μήπως η αντιπάθεια μιας μερίδας του κόσμου απέναντι στην documenta είναι αντιπάθεια απέναντι στη σύγχρονη τέχνη, εν γένει; Μήπως είναι αντιπάθεια σε οτιδήποτε συστημικό; Μήπως σε οτιδήποτε γερμανικό λόγω της γνωστής μνημονιακής σκιάς; Μήπως η ελλαδική κοινωνία – και ειδικά η καλλιτεχνική κοινότητα – είναι πολύ μεμψίμοιρη και κομπλεξική για να αναγνωρίσει τα καλά που έφερε η γερμανική διοργάνωση στην Αθήνα; Μήπως τα πραγματικά οφέλη έρθουν αργά και σταδιακά με τη διεθνή αναγνώριση της εγχώριας σκηνής της Αθήνας ως πολιτισμικού προορισμού, μια νέας γενιάς καλοτεχνιτών φοιτητών που θα «ανδρωθούν» με τη γλώσσα της γερμανικής πρωτοπορίας;

 

Η παραμονή της documenta στην Αθήνα τελείωσε οριστικά, ενώ όπου να ‘ναι ολοκληρώνεται ο θεσμός και στη γερμανική ναυαρχίδα του. Ο καλλιτεχνικός της διευθυντής προαλείφεται (από τον κ. Τσακαλώτο;) σε κορυφαία θέση καλλιτεχνικού μάνατζερ, λένε. Οι Έλληνες – μέχρι πρότινος παγκοσμίως άγνωστοι – συμμετέχοντες θα πρέπει να διαχειριστούν το hangover της επόμενης μέρας· θα πρέπει να δουλέψουν στενά με τον αναλυτή τους το γεγονός ότι τα 15 λεπτά επιτυχίας τους τελείωσαν· θα πρέπει να καταπνίξουν την ελπίδα ότι αυτή ήταν απλώς η αρχή, η πόρτα για την επιτυχία, τη διεθνή καριέρα. Γιατί δεν θα είναι.

 

Τα μελλοντικά οφέλη (και για ποιον;) από το σύντομο πέρασμα της γερμανικής διοργάνωσης από αυτή την πόλη μένει να ξεδιπλωθούν στο μέλλον. Το σίγουρο είναι ότι η πόλωση που προκλήθηκε με το νέο αυτό μοίρασμα της τράπουλας θα αφήσει πίσω τραύματα και μίση στην καλλιτεχνική κοινότητα, αντίστοιχα με αυτά ενός μικρού εμφυλίου πολέμου…

 

*Ο Θανάσης Μουτσόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Κρήτης

 

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 234 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2017) των Νέων της Τέχνης.

Print Friendly, PDF & Email