Συνέντευξη με τους εκπροσώπους του Ελληνικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Διπλωματίας στο Λονδίνο.

2017 © Ελληνικό Ινστιτούτο Πολιτιστικής Διπλωματίας - Hellenic Institute of Cultural Diplomacy - BrandaLab

Κύριε Κρανιώτη, είστε ο επικεφαλής του παραρτήματος του Ελληνικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Διπλωματίας στο Λονδίνο. Πείτε μας τι ήταν αυτό που σας παρακίνησε να ηγηθείτε των δράσεων του Ινστιτούτου στο Λονδίνο και πώς πιστεύετε ότι το παράρτημα σας μπορεί να συμβάλλει στη προβολή και διάδοση του ελληνικού πολιτισμού;

Ζω, έχω σπουδάσει και εργάζομαι στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στο Ηνωμένο Βασίλειο τα τελευταία εννέα χρόνια. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια δραστηριοποιούμαι ενεργά με ένα κύριο όραμα: την προβολή και τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στο Λονδίνο αλλά και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, μέσω της διοργάνωσης μουσικών, θεατρικών εκδηλώσεων, ομιλιών αλλά και Φεστιβάλ. Οι ενέργειες αυτές στοχεύουν όχι μόνο στη δημιουργία μίας πλατφόρμας επικοινωνίας και συνάντησης των Ελλήνων της διασποράς, η οποία είναι ιδιαίτερα σημαντική λόγω της πολυδιάστατης σύνθεσης του πληθυσμού, ιδιαίτερα στο Λονδίνο, αλλά και στην παρουσίαση του ελληνικού πολιτισμού με σύγχρονους όρους στο διεθνές κοινό. Πιστεύω ακράδαντα πως η προβολή και διάδοση του ελληνικού πολιτισμού δε πρέπει να βασίζεται μόνο σε όρους παρελθόντος, οι οποίοι αδιαμφισβήτητα έχουν κάνει ευρύτερα γνωστή την πολιτιστική μας κληρονομιά στο εξωτερικό, αλλά θα πρέπει επίσης να δοθεί έμφαση στον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό, ο οποίος έχει να παρουσιάσει πολλές και αξιέπαινες προσπάθειες σε όλους τους τομείς. Σαν Έλληνας του εξωτερικού, έχω βαθιά μέσα μου τη σύνδεση με την πατρίδα και τον πολιτισμό της και θεωρώ καθήκον όλων μας, και όχι μόνο αυτών που ηγούνται τέτοιων προσπαθειών, την άσκηση καθημερινής δημόσιας διπλωματίας ώστε να εκπροσωπήσουμε επάξια τη χώρα μας στο εξωτερικό και να συνεισφέρουμε όχι μόνο στην επανασύσταση της εικόνας της, αλλά και στη δημιουργία σχέσεων εγγύτητας με το λαό από τον οποίο φιλοξενούμαστε.

Ποια θεωρείτε ότι είναι η εικόνα που έχει ο μέσος Βρετανός για τον ελληνικό πολιτισμό σήμερα και ποια είναι τα χαρακτηριστικά στα οποία θα έπρεπε να δώσει έμφαση το παράρτημα του Λονδίνου, ώστε να δημιουργήσει μια θετικότερη πολιτιστική εικόνα της Ελλάδας στο μέλλον;

Θεωρώ πως ο ‘μέσος’ Ευρωπαίος αλλά και Βρετανός πολίτης έχει μία βασική γνώση για τη σημασία και τη μεγάλη επιρροή του πολιτισμού της Αρχαίας Ελλάδας. Σαφέστατα το γεγονός αυτό μας κάνει περήφανους σε συζητήσεις που έχουμε περί πολιτισμού, αλλά αυτό δεν είναι – και δεν πρέπει να είναι – ποτέ αρκετό. Σκοπός του Ινστιτούτου αλλά ιδιαίτερα των Παραρτημάτων του είναι η επανασύσταση του ελληνικού πολιτισμού και η προώθησή του στο εξωτερικό με σύγχρονους όρους και αυτός είναι ένας σημαντικός τομέας στον οποίο θα δώσει έμφαση και το παράρτημα του Λονδίνου. Στόχος μας και υποχρέωσή μας είναι να αποδομήσουμε τα στερεότυπα που υπάρχουν στο μέσο πολίτη του εξωτερικού σχετικά με τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό, είτε αυτό είναι μουσική, είτε θέατρο ή η κουζίνα μας και να τον φέρουμε σε επαφή με όλες αυτές τις εξαιρετικές προσπάθειες που γίνονται στην Ελλάδα σε όλους τους παραπάνω τομείς και ακόμα περισσότερους. Πιστεύω ακράδαντα πως η περίοδος της κρίσης έχει δώσει στους Έλληνες καλλιτέχνες μία πλατφόρμα έκφρασης και απερίσπαστης δημιουργίας με τεράστιο πεδίο έμπνευσης και πως η Ελλάδα αυτή τη στιγμή είναι ένα ηφαίστειο παραγωγής τέχνης και πολιτισμού, έτοιμο να εκραγεί. Σύγχρονος πολιτισμός υπάρχει, μέλημα μας λοιπόν θα πρέπει να είναι η προβολή των χαρακτηριστικών αυτών στο εξωτερικό με συντονισμένες ενέργειες, εκδηλώσεις αλλά και στρατηγικές συνεργασίες.

Μπορείτε να αναφερθείτε σε ορισμένες δράσεις που το παράρτημα του Λονδίνου προγραμματίζει για το 2018;

Πρωταρχικός μας στόχος είναι η ίδρυση έδρας του Ινστιτούτου στο Λονδίνο, καθώς θεωρούμε πως το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να αποτελέσει σημείο στρατηγικής σημασίας για την μελέτη, ανάλυση και διάδοση της πολιτιστικής διπλωματίας ακαδημαϊκά, αλλά και την ανάπτυξη δραστηριοτήτων για την προαγωγή και επανασύσταση του ελληνικού πολιτισμού. Το Λονδίνο αποτελεί μία μητρόπολη παραγωγής σύγχρονου πολιτισμού, ένα ‘καζάνι’ πολυ-πολιτισμικότητας θα έλεγα, με διαρκείς εκδηλώσεις για την προώθηση πολιτισμών από όλες τις γωνίες του πλανήτη. Είναι επομένως απαραίτητη μία συντονισμένη και συστηματική προσπάθεια προβολής του ελληνικού πολιτισμού σε μία τέτοια πόλη, όχι μόνο στα προφανή πεδία των τεχνών, της μουσικής και του θεάτρου, αλλά και σε ένα ευρύτερο πεδίο, όπως για παράδειγμα στη διπλωματία της γαστρονομίας, την εκκλησιαστική διπλωματία αλλά και τη διπλωματία των μουσείων. Για το λόγο αυτό και η επιλογή της ομάδας του παραρτήματος του Λονδίνου είναι στρατηγικής σημασίας και αποτελείται από ικανούς επιστήμονες και διακεκριμένους στον τομέα τους επαγγελματίες, όπως ο Στράτος Χατζηνικολάου, η Αναστασία Σπανοπούλου, ο Ανδρέας Σκούρτης, ο Κωνσταντίνος Τάσης και ο Γιάννης Αλεξανδρής. Όλοι μας, μαζί με νέες φυσικά προσθήκες, θα πορευτούμε με όραμα και φρέσκες ιδέες ώστε να πετύχουμε όλους τους σημαντικούς στόχους τους οποίους έχει θέσει το Ινστιτούτο.

Kύριε Χατζηνικολάου, εργάζεστε στο Βρετανικό Μουσείο. Μπορείτε από την εμπειρία σας να μας περιγράψετε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η Διπλωματία των Μουσείων; Πιστεύετε, ότι μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά στην προσέγγιση των λαών με διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες;

Έχω την χαρά να εργάζομαι στο τμήμα Ελλάδα & Ρώμη του Βρετανικού Μουσείου τον τελευταίο χρόνο, λίγο μετά την αποφοίτηση μου από το Πανεπιστήμιο του Λέστερ. Πιο συγκεκριμένα εργάζομαι για την προετοιμασία της έκθεσης «Γκίκα, Craxton & Leigh Fermor, Η γοητεία της ζωής στην Ελλάδα». Η έκθεση αποτελεί ένα ζωντανό τεκμήριο άσκησης πολιτιστικής διπλωματίας καθώς παρουσιάζει την ιστορία μιας δυνατής ελληνοβρετανικής φιλίας στο πρόσωπο των τριών καλλιτεχνών που έζησαν και μοιράστηκαν την αγάπη τους για την Ελλάδα από την οποία και ενέπνευσαν την τέχνη τους. Τα Μουσεία αυτά καθαυτά δεν ασκούν διπλωματία αλλά αποτελούν μέσο άσκησης της πολιτιστικής διπλωματίας. Τον ρόλο τούτου αναλαμβάνουν συνήθως να παίξουν τα μεγάλα εθνικά μουσεία, καθώς είναι αυτά τα οποία λειτουργούν υπό τον έλεγχο των εκάστοτε κυβερνήσεων. Ο πιο κοινός τρόπος άσκησης πολιτιστικής διπλωματίας μέσω των μουσείων είναι η ανταλλαγή εκθέσεων πολιτιστικού περιεχομένου μεταξύ κυρίως εθνικών μουσείων ή η δημιουργία περιοδικών εκθέσεων με συγκεκριμένο θέμα. Ο απώτερος σκοπός είναι η γνωριμία ή και παρουσίαση του ενός λαού στον άλλο με σκοπό την επίτευξη της κατανόησης μεταξύ τους.   

Αν θα μπορούσα να έδινα ένα διαφορετικό όνομα στο Βρετανικό Μουσείο αυτό θα ήταν «Μουσείο Παγκόσμιου Πολιτισμού». Και αυτό διότι αποτελεί ένα μοναδικό σημείο συνάντησης διαφορετικών πολιτισμών, από την Ευρώπη ως την Ασία και από την Αφρική ως την Νότια και Βόρεια Αμερική. Επομένως, το Βρετανικό μουσείο είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται συνεχώς και φέρνει κοντά ανθρώπους με διαφορετικά πολιτιστικά υπόβαθρα.

Πώς μπορούν οι νέες τεχνολογίες να ενταχθούν γόνιμα στις δράσεις των Μουσείων; Μπορείτε να μας αναφέρετε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από το Βρετανικό Μουσείο, το οποίο θα μπορούσαν να υιοθετήσουν και τα ελληνικά μουσεία;

Τα ελληνικά μουσεία σήμερα δεν στερούνται νέων τεχνολογιών, αλλά νέων επιστημόνων και κυρίως καινοτόμων ιδεών. Οι νέες τεχνολογίες από μόνες τους δεν είναι αρκετές για να βελτιώσουν την μουσειακή εμπειρία αν αυτές δεν συνοδεύονται από μία σειρά από ιδέες και δράσεις που θα μετατρέψουν το μουσείο σε έναν ζωντανό οργανισμό και αδιάσπαστο κομμάτι της κοινωνίας. Το πρόβλημα λοιπόν κατά την γνώμη μου, συναντάται στην δυνατότητα των ελληνικών μουσείων να επικοινωνήσει με τους επισκέπτες. κοινωνία, και τα προβλήματα της, ούτε και προσπαθούν να ενταχθούν σε αυτήν. Στέκουν βουβά, σαν βιτρίνες ανθρώπινου πολιτισμού.

Το Βρετανικό μουσείο, όπως και τα περισσότερα Βρετανικά μουσεία, αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια της εκάστοτε κοινωνίας προσπαθώντας να την αντικατοπτρίζουν και να συμπεριλάβουν όλες τις κοινωνικές ομάδες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού αποτελεί η πρόσφατη δημιουργία και παρουσίαση εκθέσεων σχετικών με την ιστορία της LGBT κοινότητας κατά την διάρκεια του μήνα υπερηφάνειας για την επέτειο των πενήντα χρόνων από την αποποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τα μεγαλύτερα εθνικά μουσεία του Λονδίνου συμμετείχαν ενεργά μέσω εκδηλώσεων και θεματικών εκθέσεων σε μια σειρά δραστηριοτήτων αποδεικνύοντας εμπράκτως την ενεργό συμμετοχή τους στην κοινωνία.  

Αν σας ανέθεταν εκ μέρους του Βρετανικού Μουσείου να οργανώσετε μια έκθεση με ελληνικό περιεχόμενο, ποια θα ήταν αυτή και για ποιους λόγους θα την επιλέγατε;

Όπως πολύ σωστά μίλησε πρότινος ο Δημήτρης σχετικά με την αρχαιοελληνική εικόνα που έχουν σήμερα οι Βρετανοί για την Ελλάδα (με μερικά στοιχεία φολκ κουλτούρας), δράττομαι της ευκαιρίας να συνηγορήσω υπέρ της προσπάθειας της ανάδειξης της πιο σύγχρονης Ελλάδας, όχι αυτής που αναπολούσε την κλασσική Αθήνα, αλλά αυτής που κινούταν παράλληλα με την δύση και τα επιτεύγματα της. 

Για τους παραπάνω λόγους θα πρωτοστατούσα μιας προσπάθειας συλλογής από βιβλιοθήκες και αρχεία τεκμηρίων της ζωής και δράσης της γενιάς του 30’ μακριά από ιδεοληψίες και μετεμφυλιακά κακέκτυπα. Θα δημιουργούσα τις κατάλληλες συνθήκες έρευνας και ανάδειξης των λογίων που έζησαν και δραστηριοποιήθηκαν κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα. Τούτη η γενιά έθεσε το ζήτημα συνομιλίας με το παρελθόν και χωρίς να μιμηθεί την δύση, παρενέβη στη διεθνή πολιτισμική επικοινωνία παρουσιάζοντας το σύγχρονο ελληνικό πρόσωπο, αξιοποιώντας την μυθολογική και ιστορική ελληνική αρχετυπική μήτρα.  Ήταν η γενιά που απέσπασε για την Ελλάδα δύο βραβεία νόμπελ. Με τους λογοτεχνικούς εκπρόσωπους της γενιάς συμπορεύτηκε η ζωγραφική του Εγγονόπουλου, του Νίκου Χατζηγκυριάκου –  Γκίκα, του Κόντογλου, του Τσαρούχη, του Μόραλη, η μουσική του Χατζιδάκη και του Θεοδωράκη, ο κινηματογράφος του Αγγελόπουλου. Κατά την γνώμη μου η ελληνική κοινωνία χρειάζεται την ανάδειξη πτυχών της πιο κοντά στην σύγχρονη εποχή για να ξεπεράσει τις συστολές που της δημιούργησε η Οθωμανοκρατία και να ολοκληρώσει την πολιτιστική της ταυτότητα μιας και μέχρι σήμερα αυτή μοιάζει με ενήλικα που δεν πέρασε εφηβεία.  

*Ο κύριος Κρανιώτης ολοκλήρωσε τις προπτυχιακές του σπουδές στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στις Διεθνείς Σχέσεις στο Sussex, με ειδίκευση στις Ευρωπαϊκές Σπουδές. Παράλληλα, μετεκπαιδεύτηκε στο City University London, στον τομέα της Διεθνούς Επικοινωνίας και Ανάπτυξης. Σήμερα βρίσκεται στο Λονδίνο, όπου και δραστηριοποιείται ενεργά στην προώθηση της ελληνικής κουλτούρας στο εξωτερικό, ως ένας εκ των ιδρυτών της Ark4Art.

**Ο κύριος Χατζηνικολάου είναι μουσειολόγος με μεταπτυχιακές σπουδές μουσειολογίας στο Λέστερ. Σήμερα εργάζεται για το τμήμα Ελλάδα & Ρώμη του Βρετανικού Μουσείου, στην προετοιμασία της έκθεσης «Ghika, Craxton Leigh Fermor, Η Γοητεία της ζωής στην Ελλάδα» η οποία θα ταξιδέψει από την Αθήνα για το Βρετανικό Μουσείο τον Μάρτιο του 2018. Επιπλέον εργάζεται στο Μουσείο Στρατιωτικής Ιατρικής ως υπεύθυνος συλλογών.

Print Friendly, PDF & Email