Στην Αθήνα νιώθουμε την ύπαρξη μιας βαθιάς δέσμευσης

*από τη Χάρι Κανελλοπούλου

Τι φέρνει τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα ουκ ολίγους ξένους καλλιτέχνες; Τρεις Βρετανοί που ήρθαν για να μείνουν μας μιλούν σχετικά με τη δουλειά τους και για το ενδιαφέρον τους για την Αθήνα

Το 2016, ο Thomas Hutton, η Clementine Keith-Roach και ο Christopher Page αποφάσισαν να μετακομίσουν στην ελληνική πρωτεύουσα. Απότοκο αυτής της μετακίνησής τους αποτελεί η κοινή τους έκθεση Mourning Play στη Nitra Gallery (ως 16/11). Τους συναντήσαμε και μας μίλησαν για το πλέγμα ενδιαφερόντων που συνδέει τα έργα τους, αλλά και για την απόφαση να παραμείνουν στην Ελλάδα, θεωρώντας την «καλό μέρος να είσαι καλλιτέχνης, αν αισθάνεσαι εδώ σαν στο σπίτι σου».

Κάτοικοι πλέον της Αθήνας, κατά πόσο γνωρίζατε την πόλη πριν τη μετακίνησή σας και ποιες όψεις της ζωής της σας οδήγησαν στο να παραμείνετε;

Αποφασίσαμε να έρθουμε στην Αθήνα μαζί για λίγες μέρες το Μάιο του 2015 για να επισκεφθούμε ένα καλό φίλο που βρισκόταν σε ένα residency. Είχε μόλις ανακαλύψει μια στενή σύνδεση της οικογένειάς του με την Αθήνα και έτσι κατέφθασε για να γνωρίσει την πόλη και την σύγχρονη ιστορία της. Η Αθήνα περνούσε τότε μια αισιόδοξη περίοδο πολιτικής αντίστασης και εξέπεμπε μια σαγηνευτική ενέργεια. Ο φίλος μας μας σύστησε σε συναρπαστικούς ανθρώπους και μας έδειξε τη βαθιά δέσμευση που προέκυπτε – μια δέσμευση που δεν βρίσκαμε ούτε στο Λονδίνο, όπου ζούσαμε η Clementine και ο Christopher, ούτε στη Ρώμη, όπου ζούσε ο Thomas.

Είχαμε επισκεφθεί την Αθήνα στο παρελθόν, ζώντας την επιφανειακά μέσο του τουρισμού. Το σύντομο ταξίδι μας μας έφερε σε επαφή με την

πραγματικότητα της σύγχρονης πόλης κι έτσι λίγους μήνες αργότερα ζούσαμε στην Κυψέλη και τη Βικτώρια.

Έχετε ακολουθήσει κοινές σπουδές και έχετε παρουσιάσει εκθέσεις σε κοινούς χώρους, όμως αυτή είναι η πρώτη κοινή σας έκθεση. Υπάρχει ένας κοινός πυρήνας ενδιαφερόντων στη δουλειά σας;

Η μετακίνησή μας στην Αθήνα μας έδωσε την ευκαιρία να εμβαθύνουμε στην ενασχόλησή μας ο ένας με τη δουλειά του άλλου και να σκεφτούμε με παράλληλο τρόπο. Έπειτα από πολλές συζητήσεις, νιώσαμε ότι ήταν σωστό να εκθέσουμε εδώ μαζί. Επιλέξαμε να υπογραμμίσουμε το ενδιαφέρον μας για τη διαστρωμάτωση της φόρμας στο ιστορικό παρόν. Το βλέμμα μας στρέφεται εξίσου στην πίεση που ασκείται από τη μακρά ιστορία της φόρμας στον κόσμο που κατοικούμε, καθώς και στον τρόπο που η σύγχρονη οπτική οικειοποιείται και οδηγεί τα αισθητικά παραδείγματα του παρελθόντος στην κατάρρευση. Το κυρίαρχο κοινό στοιχείο στα έργα μας είναι η χρήση της ψευδαίσθησης για την πρόκληση μιας αρχικής αποξένωσης, η οποία ελπίζουμε ότι εισάγει τον παρατηρητή σε μια βαθύτερη αίσθηση μετατόπισης.

Περιγράφοντάς σας ως «τρεις Άγγλοι καλλιτέχνες που ζουν και δουλεύουν στην Αθήνα, αλλά δεν είναι νεοκλασικοί», επικεντρώνεστε σε μια συζήτηση που αφορά την πιθανότητα αποστασιοποίησης από την ιστορία της φόρμας – αρχαίας ή μοντέρνας. Πως κατορθώνει κανείς να μην «καταδυναστεύεται» από το παρελθόν;

Ο τίτλος της έκθεσης Mourning Play είναι από μόνος του ένα παιχνίδι με τις λέξεις, αναφερόμενος σε ένα παράδοξο «παιχνιδιάρικο» πένθος. Ο νεοκλασικισμός θρηνεί για το παρελθόν, πιστεύοντας ότι η κλασική αρχαιότητα αποτελεί τη χρυσή εποχή της αισθητικής (και πολιτικής) τάξης. Εμείς εξαιρούμε τους εαυτούς μας από αυτή τη νοσταλγία, τη μελαγχολία που είναι ακόμα αρκετά διάχυτη. Δεν πριμοδοτούμε το παρελθόν εις βάρος του παρόντος, ενώ θεωρούμε την αισθητική των καιρών μας πολυσύνθετη, με πολλαπλά επίπεδα και επανατοποθετήσεις. Αν ο νεοκλασικισμός προσφέρει μια νοσταλγική αίσθηση «σπιτιού» για τους συντηρητικούς Ευρωπαίους, το έργο μας παρουσιάζει μια παιχνιδιάρικη έλλειψη εστίας που ταιριάζει με την εποχή μας και την ιδέα της μετατόπισης που τη χαρακτηρίζει.

Σε προηγούμενους αιώνες, η Αθήνα υπήρξε τόπος επίσκεψης φιλελλήνων που επιθυμούσαν την επαφή με την αρχαιότητα σε συνδυασμό με ένα διαφορετικό είδος «εξωτικών» συνηθειών. Σήμερα, η Αθήνα φαίνεται να τραβά το ενδιαφέρον επισκεπτών που επιθυμούν να διερευνήσουν ένα άλλο είδος νότιου «εξωτισμού» μέσα στις δυσχερείς συνθήκες διαβίωσης της κρίσης. Πιστεύετε ότι η Αθήνα θεωρείται ελκυστικός προορισμός εξαιτίας αυτής της «κατάστασης έκτακτης ανάγκης»;

Υπάρχει σίγουρα για μας αισθητικό ενδιαφέρον για την Αθήνα, όχι μέσω της φετιχοποίησης της αρχαιότητας ή της σύγχρονης «κατάστασης έκτακτης ανάγκης», όπως αναφέρεις, αλλά ως προς την κατάρρευση αυτών των δύο συνθηκών – τη σύγχρονη καταστροφή της Αθήνας που στρωματοποιείται πάνω από τα ερείπια του αρχαίου παρελθόντος της. Αυτά τα «ερείπια πάνω σε ερείπια» τυγχάνουν διαφορετικής διαχείρισης: τα αρχαία ερείπια αναστηλώνονται και έχουν κεντρική θέση στην τουριστική βιομηχανία της Ελλάδας, ενώ τα σύγχρονα ερείπια αγνοούνται και αφήνονται να σαπίσουν. Στην έκθεσή μας γίνεται αναφορά στην έννοια της αλληγορίας όπως την ορίζει ο Walter Benjamin – ως απομεινάρι ή ιερογλυφικό του παρελθόντος που στοιχειώνει το παρόν– και αυτός ο τρόπος θέασης των πραγμάτων μπορεί να εφαρμοστεί τόσο στην πρόσφατη ιστορία όσο και στην αρχαία.

Πολλοί ξένοι καλλιτέχνες έφτασαν πριν και κατά τη διάρκεια της documenta στην πόλη. Την ίδια ώρα, είθισται πλέον οι καλλιτέχνες να βρίσκονται σε νομαδική κίνηση, αναζητώντας εκπαιδευτικές και επαγγελματικές ευκαιρίες. Εγκατεστημένοι εδώ, θεωρείτε ότι η Αθήνα και το εικαστικό περιβάλλον της παρουσιάζουν πλεονεκτήματα ως βάση για έναν καλλιτέχνη;

Δεν μετακομίσαμε στην Αθήνα λόγω της documenta. Είναι πιθανόν πιο ακριβές να πούμε ότι η documenta ήρθε στην Αθήνα για τους ίδιους λόγους που προσέλκυσε και το δικό μας ενδιαφέρον – ειδικότερα, για την πολιτική, κοινωνική, αστική και γεωγραφική κατάσταση. Η Αθήνα μας ενδιαφέρει ακριβώς γιατί βρίσκεται εκτός των κέντρων εξουσίας του χώρου της τέχνης (Λονδίνο, Βερολίνο, Νέα Υόρκη, Λος Άντζελες). Είναι καλό μέρος να είσαι καλλιτέχνης, αν αισθάνεσαι εδώ σαν στο σπίτι σου. Η σχέση μας με την Αθήνα και την Ελλάδα έχει μόλις αρχίσει.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 235 (Νοέμβριος 2017-Ιανουάριος 2018) των Νέων της Τέχνης.

Print Friendly, PDF & Email