Πότε «παλιώνει» ένα μουσείο;

*από την Αλεξάνδρα Μπούνια

Με αφορμή τις σχεδιαζόμενες επανεκθέσεις στο Βρετανικό Μουσείο και στη Βίλα Γκετί, η πρόεδρος του Ελληνικού Τμήματος ICOM παραθέτει μερικές σκέψεις για το πότε ένα μουσείο «παλιώνει» και πώς μπορούν οι νέες εκθέσεις να συνδέονται με την εποχή τους

Στο συνέδριο Museums in Arabia που πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα στο Εθνικό Μουσείο του Μπαχρέιν, η επιμελήτρια του Λούβρου Άμπου Ντάμπι, Olivia Bourrat, αναφέρθηκε στη νέα έκθεση που θα ανοίξει για το κοινό στις 11 Νοεμβρίου, ως μία έκθεση που θα υποστηρίζει «μια διαφορετική ιστορία της τέχνης»… Η επιμελήτρια αναφέρθηκε σε μία ιστορία τέχνης που θα συμπεριλαμβάνει όλους τους πολιτισμούς, θα αφηγείται ιστορίες ομοιότητας και όχι διαφοράς, θα εστιάζει στα κοινά χαρακτηριστικά των διαφορετικών πολιτισμικών εκφράσεων και στους τρόπους με τους οποίους διαφορετικοί λαοί, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους εξέφρασαν μέσω της τέχνης τις ίδιες αγωνίες. Είναι, επομένως, εφικτή μια διαφορετική ιστορία της τέχνης; Και κάτι τέτοιο μπορεί να παρουσιαστεί στο νέο και πολυσυζητημένο Λούβρο Άμπου Ντάμπι; Θα φανεί σε λίγες εβδομάδες…

Ο παραπάνω προβληματισμός έρχεται στη συνέχεια του ερωτήματος για το πότε μία έκθεση «παλιώνει», πότε χρειάζεται να αντικατασταθεί και για ποιο λόγο. Μία έκθεση σε ένα αρχαιολογικό μουσείο – και σε κάθε μουσείο – χρειάζεται να αντικατασταθεί όταν η εξέλιξη του επιστημονικού λόγου, αλλά και το ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο οδηγούν σε διαφορετικούς τρόπους αντίληψης του περιεχόμενου της και στην ανάγκη δόμησης νέων αφηγήσεων.

Ο επιστημονικός λόγος κάθε εποχής

Όλες οι εκθέσεις δομούνται με βάση τον επιστημονικό λόγο της εποχής τους και απηχούν τις κυρίαρχες αντιλήψεις αυτής – επιστημονικές, κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές. Όταν υπάρχουν αλλαγές σε κάποιον ή σε όλους τους τομείς αυτούς, οι εκθέσεις πρέπει να επικαιροποιούνται, αφενός για να διατηρούν την επιστημονική τους εγκυρότητα και να συνεχίζουν να επιτελούν τον εκπαιδευτικό και κοινωνικό ρόλο τους και αφετέρου για να εξακολουθούν να συνδέονται με το κοινό και να παραμένουν «σχετικές» [relevant] με την εποχή τους.

Ειδικά για τα αρχαιολογικά μουσεία, τα τελευταία χρόνια έχει γίνει σαφές ότι οι προηγούμενες αντιλήψεις που ήθελαν το αρχαιολογικό υλικό να παρουσιάζεται είτε με όρους ιστορίας της τέχνης, είτε με βάση χρονολογικούς, τοπογραφικούς ή θεματικούς άξονες, έχουν πλέον ξεπεραστεί και με όρους επιστημονικούς και με όρους επισκεψιμότητας. Η ταξινόμηση και οργάνωση του υλικού βασίζεται πλέον σε πιο σύνθετους άξονες, καθώς έχει γίνει σαφές ότι το αρχαιολογικό έργο δεν περιορίζεται στην «αποκάλυψη σημαντικών αντικειμένων», αλλά στην κατανόηση συνόλων, τρόπων ζωής, κοσμοθεωρίας, μιας σύνθετης ολότητας που αποτελεί την κοινωνία σε όλες τις εποχές. Από την άλλη πλευρά, το κοινό αναζητά αφηγήσεις, συνδέσεις μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, σημεία αναφοράς που θα του επιτρέψουν να κατανοήσει καλύτερα το παρόν με αφετηρία μια πιο ολιστική, αλλά παράλληλα προσωποποιημένη γνώση του παρελθόντος.

Προς αυτή την κατεύθυνση κινούνται οι επανεκθέσεις τόσο του Βρετανικού Μουσείου, όσο και της βίλας Γκετί. Το αποτέλεσμα, φυσικά, θα αξιολογηθεί από το κοινό όταν ανοίξουν, όπως ακριβώς θα συμβεί και στο Άμπου Ντάμπι σύντομα…

Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 235 (Νοέμβριος 2017-Ιανουάριος 2018) των Νέων της Τέχνης.

Print Friendly, PDF & Email