Πολιτιστική Διπλωματία και Διεθνείς Σχέσεις

Τον 9ον αιώνα έναντι της αναδυόμενης απειλής των Ρώσων στα βόρεια σύνορα του βυζαντινού κράτους και των νοτίων Σλάβων οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί στα εδάφη μεταξύ της Ανατολικής και των υπολειμμάτων της Δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκατατορίας, ο Μέγας Φώτιος, Πατριάρχης Κωσταντινουπόλεως, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εκχριστιανισμός των Σλάβων από το Βυζάντιο ήταν η αποτελεσματικότερη μέθοδος για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος που συνιστούσαν για την ασφάλεια της αυτοκρατορίας, επειδή αναπόφευκτα θα προσελκύονταν στη βυζαντινή σφαίρα επιρροής.

Πολύ γρήγορα έγινε επίσης αντιληπτό ότι ο εκχριστιανισμός των Νοτίων Σλάβων αποτελούσε εργαλείο ενδυνάμωσης της Κωσταντινούπολης στον ανταγωνισμό ισχύος με τη Ρώμη ο οποίος αντανακλώνταν στην προσπάθεια Φράγκων κληρικών επίσης να τους προσηλυτήσουν. Μερικά χρόνια αργότερα μετά την έναρξη της βυζαντινής ιεραποστολικής δραστηριότητας προς τους εκτός των βυζαντινών συνόρων Σλάβους – μέσω πλήρους συνεργασίας του μεσαιωνικού βυζαντινού κράτους και της Εκκλησίας – ο Φώτιος μπορούσε να υπερηφανευθεί για τα ευεργετικά για τη συνοριακή ασφάλεια και σταθερότητα του κράτους αποτελέσματα της.

Ο εκχριστιανισμός των Σλάβων είναι μόνο ένα από τα πολλά, περισσότερο ή λιγότερο γνωστά, κλασσικά ιστορικά παραδείγματα χρήσης πολιστικής διπλωματίας στην υπηρεσία των συμφερόντων των κρατών και καταδεικνύουν ότι τούτη ως μια μορφή ”ήπιας ισχύος” έχει αποτελέσει, αντίθετα με τη συμβατική άποψη, σταθερή πραγματικότητα στις διεθνείς σχέσεις παράλληλα με την πολιτική και την οικονομική διπλωματία και τη χρήση ”σκληρής ισχύος”. Τα αποτελέσματα της πολιτιστικής διπλωματίας είναι συχνά εντυπωσιακά, όπως επιβεβαιώνεται από το παραπάνω παράδειγμα. Ωστόσο, παραδόξως, δεν συνιστούν συχνά αντικείμενο δημόσιας συζήτησης η οποία τείνει να εστιάζεται στις δύο άλλες μορφές διπλωματίας και κυρίως στις εκφάνσεις της ”σκληρής ισχύος” η οποία έχει βεβαίως μεγαλύτερη και αμεσότερη αναγνωρισιμότητα λόγω της φύσεώς της. Ένοπλες δυνάμεις, στρατωτικός εξοπλισμός και εν τέλει χρήση βίας ως μέσα εκφοβισμού, πειθούς ή και συντριβής ετέρων δρώντων στη διεθνή σκακιέρα είναι εύκολο να γίνουν αμέσως αντιληπτά. Αντιθέτως η προσπάθεια εξαγωγής και καλιέργειας εκτός των συνόρων μιας χώρας ιδεών, πολιτιστικών υποδειγμάτων και αξιών υλικών και πνευματικών, δηλαδή το αντικείμενο της πολιτιστικής διπλωματίας, συνιστά μια ελάχιστα ορατή διαδικασία τουλάχιστον για το ευρύ κοινό η οποία ούτε καθηλώνει την προσοχή των μέσων μαζικής ενημέρωσης ούτε διαγείρει τη φαντασία των λαών. Άλλωστε τα όποια αποτελέσματά της αργούν να εμφανιστούν και είναι δυνατόν να εκτιμηθούν μόνο σε βάθος χρόνου.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι πολιτιστική διπλωματία ασκείται με μεγαλύτερη συνέπεια και δυναμισμό κυρίως από τα μεγάλα κράτη του διεθνούς συστήματος τα οποία έχουν ιδιαιτέρως αναπτυγμένη γραφειοκρατεία σχεδιασμού και άσκησης εξωτερικής πολιτικής η οποία δύναται να υποστηρίξει σε πολλαπλά επίπεδα μακροπρόθεσμα προγράμματα εξαγωγής στοιχείων κουλτούρας. Εδώ ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι η πολιτιστική διπλωματία ακόμα και των μεγάλων δυνάμεων κατορθώνει καλύτερα και σταθερότερα αποτελέσματα όταν επικουρείται από τη δραστηριότητα μη κρατικών πολιτιστικών παραγόντων και κέντρων. Όπως χαρακτηριστικά έχει παρατηρηθεί σε σχέση με την πολιτιστική διπλωματία των ΗΠΑ ο καλύτερος πωλητής αμερικανικών προϊόντων σε ξένες χώρες έχει υπάρξει ο αμερικανικός κινηματογράφος, ο οποίος σε τελική ανάλυση έχει αναφίβολα επιτυχώς συμπληρώσει την παραδοσιακή αμερικανική πολιτική και οικονομική διπλωματία.

Είναι σχεδόν προφανές ότι η πολιτιστική διπλωματία ως σύνολο ενεργειών ανταλλαγής ιδεών, αξιών και αγαθών σε επίπεδο δημόσιου/ιδιωτικού τομέα ή σε επίπεδο κοινωνίας των πολιτών όχι μόνο έχει σαν στόχο την προώθηση των συμφερόντων των κρατών αλλά επίσης στοχεύει στην καλύτερη κατανόηση και συνεργασία μεταξύ των λαών με απώτερο συνέπεια να συμβάλει στη διατήρηση της σταθερότητας και της ειρήνης στις διεθνείς σχέσεις.

Ωστόσο δεν πρέπει να παραβλέψουμε και έναν άλλο εξαιρετικά σημαντικό αν και συχνά λιγότερο προφανή στόχο της πολιτιστικής διπλωματίας όταν αυτή ασκείται από μια ηγεμονική εντός του διεθνούς συστήματος δύναμη, δηλαδή την έκχυση των πολιτιστικών προτύπων της στο σώμα ξένων κοινωνιών ως έκφραση ενός πολιτιστικού ιμπεριαλισμού.

Με άλλα λόγια μέσω της πολιτιστικής διπλωματίας τα στοιχεία της πολιστικής ταυτότητας της ηγεμονικής δύναμης εισχωρούν συχνά ως ‘ανώτερα’ στους κόλπους των ελίτ ξένων χωρών. Οι ελίτ καθώς εξοικειώνονται μαζί τους σταδιακώς οδηγούνται στην αποδοχή μιας νέας πολιτισμικής οπτικής γωνίας η οποία είναι ενταγμένη στην Weltanschaugen της κυρίαρχης δύναμης και στη συνέχεια προσπαθούν να τη μεταλαμπαδεύσουν σε ολόκληρη την κοινωνία τους συντελώντας έτσι στην ενίσχυση του ελέγχου από την ηγεμονική δύναμη. Αναμφίβολα οι μέθοδοι άσκησης της πολιτιστικής διπλωματίας αλλάζουν και επλουτίζονται με νέα μέσα στην πορεία της ιστορικής εξέλιξης ωστόσο η αλλαγή μεθόδων και μέσων δεν πρέπει να θολώνει το ότι οι στόχοι της πολιτιστικής διπλωματίας παραμένουν αναλλοίωτοι στην πάροδο των αιώνων.

Κλείνοντας πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η πολιτιστική διπλωματία μιας χώρας δεν συνιστά ούτε ευθύγραμμη ούτε μονολιθική διαδικασία καθώς ελάχιστες σύγχρονες κοινωνίες αποδέχονται πλήρως μια μόνο πολιτισμική ταυτότητα. Με άλλα λόγια πολύ συχνά διαφορετικές ιδέες ακόμη και αλληλοσυγκρουόμενες ή ανταγωνιστικές αξίες και πολιτισμικά πρότυπα εκπέμπονται και προβάλλονται ταυτοχρόνως προς άλλες κοινωνίες, από δημόσιους, ιδιωτικούς φορείς και από την κοινωνία των πολιτών μιας χώρας. Τούτη η πολυφωνία και οι πολλαπλές αποκλίσεις από ένα και μοναδικό ορθόδοξο υπόδειγμα είναι ακριβώς αυτό που συνιστά τον πλούτο και την δύναμη της πολιστικής διπλωματίας η οποία αλλιώς διατρέχει τον κίνδυνο να εξευτελιστεί σε μηχανισμό προπαγάνδας.

Print Friendly, PDF & Email