Πέντε αξιώματα για μια ελληνική πολιτιστική διπλωματία

Θα ήθελα στο σύντομο, προοιμιακό αυτό σημείωμα να επιχειρήσω να διευκρινίσω ορισμένες βασικές προτάσεις – ας τις αποκαλέσουμε, όχι χωρίς κάποια υπερβολή, αξιώματα – σχετικά με τη νέα προσπάθεια για την ελληνική πολιτιστική διπλωματία. Η επιλογή του σημείου εκκίνησης δεν είναι τυχαία. Πιστεύω πραγματικά ότι στο σημερινό τοπίο σύγχυσης, αποπροσανατολισμού και απαξίωσης, είναι σημαντικό να προσπαθήσουμε εξαρχής να βρεθούμε, λίγο – πολύ, στο ίδιο μήκος κύματος.

Ι. Θεωρώ δεδομένο ότι μια νέα προσπάθεια στην πολιτιστική διπλωματία στην Ελλάδα θα πρέπει αφενός να ανταποκρίνεται στην υπό διαμόρφωση διεθνή συζήτηση για το συγκεκριμένο πεδίο και αφετέρου να επιχειρήσει να αναδείξει τις ελληνικές ιδιαιτερότητες. Από που αρύεται τις πηγές έμπνευσης της η σημερινή συζήτηση για την πολιτιστική διπλωματία στη χώρα μας; Πέρα από την αυτονόητη και κρίσιμη επικέντρωση στα ρεύματα του δυτικού πολιτισμού που έχουν τις πηγές τους στην ελληνική και ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, ένα σύγχρονο όραμα εμπεριέχει στοιχεία από κάθε δεκαετία, κάθε περίοδο και κάθε πεδίο πολιτισμικής παραγωγής από την εγκαθίδρυση του νέου ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα. Πέρα από επιλογές και προτιμήσεις της εποχής. Μυταράς αλλά και Λύτρας, Τέτσης αλλά και Αλταμούρας, Θεοδωράκης αλλά και Σκαλκώτας, Καλομοίρης αλλά και Βάρβογλης, Καζαντζάκης αλλά και Τσίρκας, Ελύτης αλλά και Παλαμάς – τα ονόματα είναι ευτυχώς πολλά και σπουδαία. Ειδικά στην μουσική, υπερτίμησε η σημερινή Ελλάδα το μείγμα λαϊκής, περιθωριακής, εμβατηριακής και «έντεχνης» έκφρασης που παραλίγο να καταστεί συνώνυμο του «ελληνικού». «Το λαϊκό, το μάγκικο και το παλιό ρεμπέτικο», όπως σκωπτικά έγραφε ο αείμνηστος Μάνος Χατζιδάκις, προφασίστηκαν πως μετέφεραν νοήματα του καιρού μας – «που ούτε νοήματα περιέχουν, ούτε και στον καιρό μας ανήκουν». Χρειαζόμαστε μια κατά το δυνατόν ταυτόχρονη ανάδειξη και διάχυση ερεθισμάτων σε πολλαπλά επίπεδα με στόχο την πλουραλιστική αλλά και ποιοτική προβολή. Η προσέγγιση αυτή εκφράζει την ανάγκη υπογράμμισης της δύσκολης και στιγματισμένης από ασυνέχειες πορείας μιας εν πολλοίς ρεπουμπλικανικής, πατριωτικής αλλά και κοσμοπολίτικης Ελλάδας που εξακολουθεί να πασχίζει να συν-διαμορφώσει τη σύγχρονη εικόνα της μέσα σε ένα γρήγορα μετασχηματιζόμενο διεθνές περιβάλλον.

ΙΙ. Η περαιτέρω διαμόρφωση και επεξεργασία της εικόνας της χώρας στη διεθνή της παρουσία περνά μέσα από την αναστοχαστική διάθεση και αυτοκριτική δυνατότητα όλων μας απέναντι στην «Ελλάδα» του 21ου αιώνα. Η διαμόρφωση της εικόνας της χώρας ως brand (nation branding), στην οποία η πολιτιστική διπλωματία μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο μέσο πολιτικής, μας ενθαρρύνει – πέρα από την επικοινωνιακή αναγκαιότητα – να προβληματιστούμε και ουσιαστικά πάνω στο κρίσιμο αλλά απωθημένο ερώτημα, τι Ελλάδα θέλουμε.

ΙΙΙ. Τρίτον, θεωρώ ότι η πολιτιστική διπλωματία αποτελεί πεδίο συγγενές της δημόσιας διπλωματίας αλλά δεν ταυτίζεται μαζί της. Ενώ η δημόσια διπλωματία αναφέρεται κυρίως στην επικοινωνιακή διάσταση της επίσημης εξωτερικής πολιτικής, η πολιτιστική διπλωματία αποτελεί ευρύτερο πεδίο θεσμικής αλλά ενίοτε και άτυπης, δημόσιας αλλά συχνά και ιδιωτικής προβολής της χώρας.

IV. Θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητη η απόρριψη κάθε ακραίας μορφής σχετικισμού. Ο αμοιβαίος και διαδραστικός προσδιορισμός των πολιτισμικών φαινομένων και η χρησιμότητα συγκριτικής μελέτης των διαδικασιών της πολιτισμικής ανάπτυξης μέσα από την ψυχολογία του πολιτισμού και την διαπολιτισμική ψυχολογία δεν συνεπάγονται την άκριτη αποδοχή του «anything goes» στην αποτίμηση των πολιτισμικών κριτηρίων, φαινομένων και συμπεριφορών. Δεν είναι όλα τα πολιτισμικά φαινόμενα ισοδύναμης αξίας, ούτε μπορούν όλα τα πολιτισμικά δρώμενα να αποτιμηθούν αποκλειστικά και μόνον στο δικό τους σύστημα αναφοράς. Την κατάρα της μισαλλοδοξίας θα την πολεμήσουμε με γνώση, υπευθυνότητα και ορθολογισμό, όχι με ισοπέδωση, λαϊκισμό και πολιτισμική χαύνωση.

V. Τέλος, πρέπει να είναι δεδομένο ότι η χρήση της τέχνης θα πρέπει να γίνεται με σεβασμό και με προσπάθεια ανάδειξης (και) της αυταξίας της. Να μην απαξιώνει η πολιτιστική διπλωματία ένα έργο τέχνης (ή/και έναν καλλιτέχνη ή καλλιτέχνιδα) με την ευτελή εργαλειοποίηση του. Και αυτό πρέπει βέβαια να ισχύει ανεξάρτητα από την αποτίμηση της σχετικής βαρύτητας της συμβολής της κάθε καλλιτεχνικής έκφρασης.

Τα πέντε αυτά αξιώματα είναι ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, είναι όμως συμβατά μεταξύ τους. Αποτελούν ίσως κομμάτι μιας διυποκειμενικής νοηματικής υποδομής βάσει της οποίας μπορούμε να οραματιστούμε και να σχεδιάσουμε ένα καλύτερο αύριο για τον ρόλο του πολιτισμού στην προβολή της χώρας αλλά και για την ίδια την ταυτότητα της χώρας. Στην Ελλάδα αξίζει ένας ελκυστικότερος ρόλος στο περιφερειακό και διεθνές γίγνεσθαι. Αλλά ο ρόλος αυτός περνά μέσα και από τον αναστοχασμό και την κατάκτηση της αυτογνωσίας. Με αυτή την έννοια, η πολιτιστική διπλωματία συνιστά μέσο αλλά – από μια ορισμένη άποψη – και αυτοσκοπό. Μέσο για την ενίσχυση της ήπιας ισχύος της χώρας, της εικόνας της και των υλικών, ιδεατών και συμβολικών παραμέτρων που υπογραμμίζουν τη σημασία και τον ρόλο της στις διεθνείς και τις διεθνικές σχέσεις. Αλλά και αυτοσκοπό στο μέτρο που ο συστηματικός προβληματισμός για την πολιτιστική διπλωματία μπορεί να αποτελέσει πεδίο ουσιαστικής και αποτελεσματικής, όχι ομφαλοσκοπικής αναζήτησης της εθνικής αυτογνωσίας. 

Print Friendly, PDF & Email