Ο Χορευτής

Ζήτησαν από έναν διάσημο χορευτή να τους χαρίσει μιά επίδειξη τής τέχνης του στο ζεϊμπέκικο, κι αυτός δεν αρνήθηκε. Στιβαρός κορμί, νέος καί άγγελος στην μορφή, μα ίδιος δαίμονας στον χορό, τους καθήλωσε εύκολα με την απίστευτη δεινότητά του.
Ζυγιασμένος καλά με την γη, στροβιλίστηκε μ’ αρρενωπή αψύτητα καί χάρη, μεταφράζοντας τις αδρές νότες τού μπουζουκιού με τών χεριών του το τίναγμα καί τής μέσης τα ποικίλα τσακίσματα, όσο με τα πόδια έπλεκε διαδρομές καϋμών, όλα τους σε μιά υπέροχη αρμονία, που κανείς δεν είχε ξαναδεί τόσο θαυμαστή.

Σαν έπαψε το κοινό την έκρηξη τής αποθέωσής του, εκείνος σοβαρός, πήγε ταπεινά στις πρώτες σειρές καί σήκωσε από εκεί τον γέροντα πατέρα του, με σεμνότητα:
-Έλα να δείξεις καί σ’ αυτούς, ότι ο χορός τού άντρα δεν είναι γιά θαυμασμό, αλλά γιά συγκίνηση. Σε παρακαλώ.

Τις πρώτες πενιές ο γέροντας τις δέχτηκε σαν προσευχή, ακίνητος. Μόνο σαν άρχισε γλυκούς καϋμούς το μπουζούκι, τότε το φορτωμένο ανηφόρες κορμί του, σάλεψε αργά. Με τα χέρια διστακτικές φτερούγες να τον γυροφέρνουν καί το στήθος προς την γης, αντικρυστά, άφησε την αχνή αλκή στις αρθρώσεις του να ξοδευτεί σε βήματα καί σπαστές κινήσεις. Χόρευε πότε σαν χαμένος στα διάσελα τής μνήμης καί άλλοτε σαν διακονιάρης θεού. Αργά καί γλυκά, κι όσο άντεξε.

Γιατί όλο καί μούσκευε στο πρόσωπο, κι ο γυιός τον αγκάλιασε, σταματώντας τον, πριν τον χάσει εντελώς η θολωμένη, όπως όλων, ματιά του. Μαλώνοντάς τον, τρυφερά, μ’ ένα φιλί στην μετόπη τών ρυτίδων:
-Τι μού έλεγες, θυμάσαι; Είπες, οι άντρες δεν κλαίνε.

-Ήταν ψέμα μου. Μέχρι να γίνεις ένας τους.

Print Friendly, PDF & Email