Νινέττα Βαφειά: να βοηθήσουμε στην προώθηση των Ελλήνων καλλιτεχνών στο εξωτερικό

*από την Άννα Χατζηνάσιου

Η γνωστή συλλέκτρια και μέλος του Tate International Council μας ανοίγει το σπίτι της και μας διηγείται την πορεία που ακολούθησε προς τον κόσμο της τέχνης

Η Νινέττα Βαφειά έχει ακόμα φυλαγμένα έργα τέχνης της μητέρας της, Αλίκης Σταματοπούλου. Καθισμένη στο ατελιέ, που βρισκόταν μέσα στο πατρικό της σπίτι, την παρακολουθούσε να ζωγραφίζει με πάθος. Από τα έργα αυτά ξεκίνησε η αγάπη της για την τέχνη, που την ακολουθεί σε όλη της τη ζωή. Αρχικά ζωγράφιζε και η ίδια, μετά προωθούσε Έλληνες καλλιτέχνες μέσα από την αίθουσα τέχνης Σελήνη, που διατηρούσε μαζί με την Μαρία Ξανθάκου, και παράλληλα έχτιζε τη δική της συλλογή. Σήμερα η συλλογή της περιλαμβάνει έργα σπουδαίων καλλιτεχνών όπως των Takis, Νίκου Κεσσανλή, Ugo Rondinone, George Condo, Gilbert & George, Jeremy Deller, Fran West, Martin Kippenberger, καθώς και ένα σπάνιο έργο-συμπαραγωγή των αδελφών Chapman, George Condo και Paul McCarthy…και φυσικά έργα της μητέρας της…

Πότε εκδηλώθηκε για πρώτη φορά η αγάπη σας για τη συλλογή έργων τέχνης;

Στα 17 μου απέκτησα το πρώτο μου έργο. Είναι του Μυταρά, από τα πρώτα της καριέρας του από την γκαλερί Ζουμπουλάκη, το οποίο με συγκίνησε μόλις το αντίκρισα. Έτσι άρχισα να συλλέγω έργα Ελλήνων καλλιτεχνών της εποχής. Η επαφή μου με τη σύγχρονη διεθνή σκηνή άρχισε όταν επισκέφτηκα για πρώτη φορά ξένη φουάρ, τη Frieze London, το 2003. Από τα πρώτα έργα που αγόρασα ήταν των Vanessa Beecroft, Gilbert & George και Jeremy Deller.

Ποιο είναι το κριτήριό σας όταν επιλέγετε έργα;

Αρχικά η αισθητική. Βεβαίως κάνω έρευνα αγοράς πριν προχωρήσω. Επίσης υπάρχουν έργα που αγοράσαμε με τον άντρα μου επειδή είχαν συναισθηματική αξία για εμάς. Για παράδειγμα, πριν αρχίσω να

επισκέπτομαι τη Frieze London, με ενδιέφεραν και μοντέρνοι καλλιτέχνες όπως ο Arman. Αυτόν τον Arman με τα πινέλα, που έχω κρεμασμένο στο σπίτι, τον αγαπώ ιδιαιτέρως διότι τον ανακαλύψαμε με μια γκαλερί περπατώντας στα δρομάκια του St Germain στο Παρίσι. Ένα ακόμα από τα πρώτα έργα που αγοράσαμε είναι του Martin Kippenberger. Είχαμε ακούσει την ιστορία του έργου, ότι δηλαδή απεικονίζει τον καλλιτέχνη σε ένα καφενείο της Σύρου κρατώντας τα πινέλα και τα τελάρα του, τότε που ζούσε εκεί. Αποφασίσαμε να το αναζητήσουμε και το εντοπίσαμε τελικά σε δημοπρασία του οίκου Christie’s.

Η συλλογή σας επικεντρώνεται σε κάποιο συγκεκριμένο θέμα;

Θεματολογικά έχω καταλήξει ότι κοινό στοιχείο στα περισσότερα είναι η παραστατική τέχνη και συγκεκριμένα η ανθρώπινη μορφή. Αγαπημένα μου έργα θα έλεγα ότι είναι το γλυπτό του Ugo Rondinone, το ζωγραφικό του George Condo, η φωτογραφία των Gilbert & George και το έργο από κλωστές της Ghada Amer.

Ποια εικαστική συνάντηση τέχνης προσπαθείτε να επισκέπτεστε πάντα και γιατί;

Την Art Basel. Βρίσκω το επίπεδό της πολύ ευρωπαϊκό και σοφιστικέ. Είναι μια «ήσυχη» φουάρ με πολύ υψηλού επιπέδου έργα και εξαιρετικές παράλληλες μουσειακές εκθέσεις. Επίσης, βρίσκω πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι μια μικρή πόλη όπως η Βασιλεία «ανθίζει» την περίοδο αυτή και μετατρέπεται σε σημείο αναφοράς της παγκόσμιας εικαστικής σκηνής.

Ποια η γνώμη σας για την εγχώρια καλλιτεχνική δημιουργία;

Έχουμε πολύ ταλαντούχους καλλιτέχνες και πραγματικά ανησυχώ για το πως θα μπορέσουν να προβληθούν καλύτερα στο εξωτερικό. Δεν έχουμε προς το παρόν τον τρόπο να βοηθήσουμε συστηματικά τη δικτύωση των νέων καλλιτεχνών στο εξωτερικό. Οι ελληνικές γκαλερί που παίρνουν μέρος στις διεθνής φουάρ είναι ελάχιστες και οι περισσότερες κινήσεις για να προωθηθούν κάποια νέα παιδιά προς τα έξω είναι μέσω ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Δεν υπάρχει οργανωμένος κρατικός τομέας που να έχει γνώση για τη σύγχρονη ελληνική εικαστική σκηνή, ώστε να την προωθήσει σωστά.

Μιλήστε μου για το Tate International Council, του οποίου είστε μέλος.

Το Συμβούλιο αυτό έχει δημιουργηθεί από την Tate Modern. Τα μέλη του, προερχόμενα απ’ όλα τα μέρη του κόσμου, συνεδριάζουμε δύο με τρεις

φορές τον χρόνο ώστε να αποφασίσουμε ποια έργα νέων καλλιτεχνών θα αγοραστούν από τις χορηγίες που έχουν συγκεντρωθεί.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 235 (Νοέμβριος 2017-Ιανουάριος 2018) των Νέων της Τέχνης

Print Friendly, PDF & Email