Μουσεία: Αρχιτεκτονικά τοπόσημα ή «λευκοί ελέφαντες» μιας πολιτισμικής ματαιοδοξίας;

*από τον Πιέρο Πιερή

Συζητήσαμε με τον αρχιτέκτονα και πανεπιστημιακό, Colin Fournier, για το μέλλον της αρχιτεκτονικής των μουσείων

Η ιδιωματική έκφραση «λευκός ελέφαντας» προέρχεται από την Ταϊλάνδη και αποδίδεται σε ένα εγχείρημα το οποίο είναι εξαιρετικά πολυέξοδο συγκριτικά με τη χρησιμότητά του. Σήμερα, αρκετά μουσεία δέχονται ανάλογη κριτική, τόσο για το υπερβολικό κόστος κατασκευής και λειτουργίας τους, όσο για την χρησιμότητά τους, ενώ συχνά παρατηρούνται σοβαρές καθυστερήσεις ή και ματαίωση της υλοποίησής τους λόγω προβλημάτων χρηματοδότησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το νέο Guggenheim στο Ελσίνκι. Ωστόσο, παγκοσμίως παρατηρείται ραγδαία αύξηση στον αριθμό μουσείων. Ποια θα πρέπει, λοιπόν, να είναι τα κριτήρια ενός αρχιτέκτονα κατά το σχεδιασμό ενός μουσείου; Συνομιλήσαμε σχετικά με τον Colin Fournier, συνυπεύθυνος αρχιτέκτονας για διάσημα projects (Parc de la Villette, Graz Art Museum) αλλά και κριτής σε πολλούς αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς.

Η αρχιτεκτονική των μουσείων σήμερα βρίσκεται σε κρίση;

Τα μουσεία βρίσκονται σε κρίση, καλά κρυμμένη, παρόλο που έχουν χτιστεί πολλά νέα κτίρια και τα περισσότερα έχουν αποκτήσει μεγάλη αναγνωρισιμότητα. Βρισκόμαστε, πλέον, στην εποχή της παγκόσμιας ψηφιακής επικοινωνίας. Θεωρώ λοιπόν, ότι πολλά μουσεία διατρέχουν τον κίνδυνο να καταστούν άνευ αντικειμένου δηλαδή «λευκοί ελέφαντες». Αν κάποιος αναζητήσει στο google κάποιον καλλιτέχνη, παίρνει άμεσα μια πληθώρα εικόνων και πληροφοριών για το έργο του, αλλά και παράπλευρα δεδομένα, δημιουργώντας μια σειρά από συνδέσεις τις οποίες είναι αδύνατο να προσφέρει ένας επιμελητής. Το μουσείο δεν είναι πλέον το μέσο που προσφέρει την πιο βολική ή πληρέστερη πρόσβαση σε ένα έργο τέχνης.

Παρόλα αυτά, η φυσική παρουσία του εκθέματος είναι εμπειρία αναντικατάστατη. Πάντα δεν θα υπάρχει η ανάγκη για δημιουργία μουσείων;

Σωστά, αλλά η τέχνη έχει αλλάξει σημαντικά ως προς τον τρόπο που σχεδιάζεται, παράγεται, διανέμεται και γίνεται αντιληπτή και γι’ αυτό και ο σχεδιασμός των μουσείων θα πρέπει να αλλάξει ριζικά. Πολλοί καλλιτέχνες συμμετέχουν σε άλλες πρακτικές, όπως τη δημιουργία εφήμερων εικαστικών συνθέσεων, landscape art ή εκθεμάτων τόσο μεγάλων ώστε να μην ταιριάζουν στους τοίχους ενός μουσείου. Όπως, για παράδειγμα, με την εννοιολογική τέχνη – με τη δημιουργία, δηλαδή, έργων που δεν είναι απαραιτήτως απτά και ορατά – η εικαστική δημιουργία έχει αποικιοποιήσει άλλα πεδία και επαναπροσδιορίζεται συνεχώς. Συμπεριλαμβάνει την πολιτική, την ανθρωπολογία, τη γεωγραφία, την επιστήμη κ.λπ., καθιστώντας σαφές ότι η διαδικασία της δημιουργίας κάποιες φορές είναι πιο σημαντική από το τελικό προϊόν.

Όπως ο καπιταλισμός έχει τη δύναμη να πνίγει διαφωνούσες τάσεις, έτσι αισθάνομαι ότι και ο σημερινός σχεδιασμός των μουσείων προσπαθεί να αφομοιώσει αυτές τις αποκλίσεις στην τέχνη, χωρίς επιτυχία. Το μουσείο δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ως αποθήκη αδρανών αντικειμένων. Πρέπει να ξεπεράσει τα ψηφιακά μέσα, εντοπίζοντας νέες ιδέες μόλις εμφανιστούν και βρίσκοντας νέους τρόπους να τους δώσει μια δημόσια πλατφόρμα.

Είμαστε συνηθισμένοι στα μουσεία που παρουσιάζουν ταινίες, θεατρικές και χορευτικές εκδηλώσεις, αλλά θα πρέπει να προχωρήσουν πολύ περισσότερο. Θα πρέπει να μεταλλαχθούν σε περιβάλλοντα που αφορούν περισσότερο την παραγωγή της τέχνης παρά την κατανάλωσή της: χώροι πρόβας, εργαστήρια, πειραματικά ερευνητικά εργαστήρια…ποιος ξέρει; Αυτή η μελλοντική ατζέντα δεν είναι πρωτίστως θέμα σχεδιασμού, αλλά θέμα καθορισμού ριζοσπαστικών προγραμμάτων. Το πιο σημαντικό είναι να συμφωνήσουμε ότι το μουσείο δεν μπορεί πλέον να είναι ο τόπος όπου απλά θα βρεθεί η τέχνη.

Ποια είναι για εσάς τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα;

Το αγαπημένο μου μουσείο είναι το Κέντρο Pompidou στο Παρίσι από τους Richard Rogers και Renzo Piano. Όχι μόνο επειδή καθόρισε ένα νέο αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο, αλλά επειδή προέβλεψε τη μελλοντική εξέλιξη της τέχνης και επειδή οργανώνει πάντα πολύ καλά επιμελημένες εκθέσεις. Άλλο αγαπημένο μου είναι το Ίδρυμα Beyeler του Renzo Piano στη Βασιλεία λόγω της εξαιρετικής ποιότητας του φωτισμού.

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 235 (Νοέμβριος 2017-Ιανουάριος 2018) των Νέων της Τέχνης.

Print Friendly, PDF & Email