Η Πολιτιστική Διπλωματία ως μέσο κατανόησης, επικοινωνίας και συνεργασίας των εθνών

*γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνου Μπαλωμένου Πολιτικός Επιστήμονας -Διεθνολόγος

 Ο πολιτισμός, αναμφίβολα αποτελεί σημαντικό εργαλείο για την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής μιας χώρας και αξιοποιείται από τους ηγέτες όλου του κόσμου.Προς επίρρωση της ανωτέρω άποψης, θα μπορούσε να γίνει μια πρώτη μνεία στα όσα εκτυλίχθηκαν στις VIP κερκίδες των ρωσικών γηπέδων, κατά τη διεξαγωγή του τελευταίου μουντιάλ στη Ρωσία. Συγκεκριμένα, παράλληλα, με το αγωνιστικό κομμάτι του παγκόσμιου πρωταθλήματος ποδοσφαίρου, διεξάγονταν ένας διπλωματικός αγώνας άσκησης εντυπωσιασμού και επιρροής μεταξύ των ηγετών όπου παρακολουθούσαν τις εθνικές τους ομάδες να συναγωνίζονται.

 Για παράδειγμα, την παράσταση στην πρόσφατη γιορτή του παγκόσμιου ποδοσφαίρου στη Ρωσία, έκλεψε η Πρόεδρος της Κροατίας κ. Κολίντα Γκράμπαρ-Κιτάροβιτς. Η κα. Κιτάροβιτς φορούσε συνεχώς τη φανέλα της εθνικής Κροατίας και εκδήλωνε τον ενθουσιασμό της έντονα, τόσο κατά τη διάρκεια των ποδοσφαιρικών αναμετρήσεων όσο και στα διαλλείματα αυτών, όταν συνομιλούσε με τους ηγέτες άλλων κρατών όπως τους κ.κ. Μακρόν και Πούτιν. Η κίνησή της επίσης, να δωρίσει στο Ρώσο Πρόεδρο κ. Πούτιν μία φανέλα της εθνικής Κροατίας με τον αριθμό 9 και το όνομα «Πούτιν» στην πλάτη πριν την έναρξη του μεγάλου τελικού, ήταν μεγάλης συμβολικής αξίας και αποδεικνύει την αξία της πολιτιστικής διπλωματίας, αλλά και το πώς μπορούν να αξιοποιηθούν οι συντελεστές της ήπιας ισχύος (όπως το ποδόσφαιρο) ως πολλαπλασιαστές ισχύος για την ενίσχυση της εικόνας και της γεωπολιτικής θέσης μιας χώρας. 

Η πολιτιστική διπλωματία είναι ένα μέσο ήπιας ισχύος που αξιοποιούν τα κράτη για να κερδίσουν συμπάθεια και να ασκήσουν επιρροή στα κοινά άλλων κρατών παρουσιάζοντας τα πολιτιστικά τους επιτεύγματα. Συνεπώς, μέσω της πολιτιστικής διπλωματίας δύναται να καμφθούν τα αντιληπτικά εμπόδια που υπάρχουν ανάμεσα στους έλληνες και τους λαούς των άλλων κρατών, ώστε να βελτιωθεί η επικοινωνία μαζί τους και να δημιουργηθούν σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης και συνεργασίας.

 Δύο πιο ειδικές αναφορές -που σχετίζονται και με την Ελλάδα- για να γίνει ακόμη πιο κατανοητός ο τρόπος που αξιοποιείται ο πολιτισμός από σημαντικούς ηγέτες κρατών, αποτελούν οι επισκέψεις του πρώην προέδρου των ΗΠΑ κ. Ομπάμα και του Προέδρου της Γαλλίας κ. Μακρόν στην Ελλάδα.  Συγκεκριμένα, στα μέσα Νοεμβρίου του 2016, ο πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ κ. Ομπάμα, λίγο πριν παραδώσει τον θώκο του στον επόμενο πρόεδρο των ΗΠΑ, επέλεξε το τελευταίο του ταξίδι να είναι στην Ελλάδα, για να τοποθετηθεί για τις διεθνείς εξελίξεις, αλλά και το πώς αντιλαμβάνονταν το ρόλο των ΗΠΑ μετά την εκλογή του κ. Ντόναλντ Τράμπ. Το γεγονός δε, ότι ο κ. Ομπάμα επέλεξε να επισκεφτεί τον ιερό βράχο της Ακρόπολης -για να εκπληρώσει ένα παιδικό του όνειρο- ήταν μια υψηλή συμβολική ενέργεια που αποτυπώνει την ανάγκη του να λάβει φως και ακτινοβολία από ένα ισχυρό σύμβολο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως η Ακρόπολη.

 Ο Γάλλος Πρόεδρος κ. Μακρόν, κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα το Σεπτέμβριο του 2017 ακολούθησε την ίδια τακτική και αποδείχτηκε πιο τολμηρός από τον κ. Ομπάμα, αφού τόλμησε να αψηφήσει τα μέτρα ασφαλείας και να παρουσιάσει το όραμά του για τη νέα Ευρώπη από το σημείο όπου κατά την αρχαιότητα συγκαλούνταν η Εκκλησία του Δήμου, την Πνύκα. Αξιοσημείωτο όμως, είναι να εστιάσουμε και στο τι είπαν οι δύο ηγέτες για την Ελλάδα, τους έλληνες και τον ελληνικό πολιτισμό. Τόσο ο κ. Ομπάμα όσο και ο κ. Μακρόν επισήμαναν την αξία που προσδίδουν στον ελληνικό πολιτισμό, αλλά και την προσφορά της Ελλάδας στην ανθρωπότητα.Κοντολογίς, τόνισαν ότι στην Ελλάδα γεννήθηκε η δημοκρατία και η σύγχρονη μορφή του κράτους και πως αναγνωρίζουν τους αγώνες και την προσφορά των Ελλήνων για την ελευθερία, την κοινωνική δικαιοσύνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

 Τα δύο ανωτέρω παραδείγματα, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως μελέτες περιπτώσεων από τα στελέχη της ελληνικής πολιτιστικής διπλωματίας και όσων χαράσσουν την εξωτερική πολιτική της χώρας για να εντοπιστούν οι δυνατότητες, οι αδυναμίες αλλά και οι ευκαιρίες που θα μπορούσε να έχει η Ελλάδα αν αξιοποιούσε σωστά και αποτελεσματικά την πολιτιστική διπλωματία. Για παράδειγμα, εύλογο είναι το ερώτημα, γιατί ενώ όλοι αναγνωρίζουν την ιστορία της Ελλάδας και την αξία της πολιτιστικής και κοινωνικής της προσφοράς στην ανθρωπότητα, δεν ασπάζονται το αφήγημα της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας και δεν υποστηρίζουν τις θέσεις και τις εθνικές επιδιώξεις της;

Πως είναι δυνατό, να σέβονται όλοι την Ελλάδα και τους Έλληνες, και ταυτόχρονα:

  • Στο ζήτημα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, να μην αποδέχονται την επιχειρηματολογία των ηγετών της και να στοχοποιούν την Ελλάδα και τους έλληνες;

  • Κατά τη διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος να μην ασπάζονται την ουμανιστική ρητορική του πρωθυπουργού κ. Τσίπρα και να μετατρέπουν την Ελλάδα σε αποδιοπομπαίο τράγο της Ευρώπης, να κλείνουν τα σύνορά τους και να επιθυμούν να μετατραπεί η Ελλάδα σε αποθήκη ψυχών;

  • Σε σχέση με τις προκλήσεις της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας, να μην γίνονται κατανοητές οι θέσεις της Ελλάδας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει μία ξεκάθαρη θέση υπέρ της, από τη στιγμή που παραβιάζεται κατάφορα το διεθνές δίκαιο από μέρους της Τουρκίας;

 Σύμφωνα με την άποψη του γράφοντος, η πηγή του προβλήματος, βρίσκεται στον προβληματικό τρόπο που οι έλληνες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, το πώς αντιλαμβάνονται τους άλλους, καθώς και στο πώς θεωρούν, ότι τους αντιλαμβάνονται οι άλλοι. Οι έλληνες αντιλαμβάνονται τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι οι άλλοι.Έχουν διαμορφώσει μια διαφορετική εικόνα για τον εαυτό τους και για τους άλλους. Τα ερεθίσματά τους και ο τρόπος ερμηνείας τους, πολλές φορές τους έχουν οδηγήσει σε συμπεριφορές που δεν γίνονται αποδεκτές από τους γύρω τους. Οι παράγοντες που επιδρούν στην αντιληπτική διαδικασία των ελλήνων, αλλά και την αντιληπτική διαδικασία των άλλων και δημιουργούν αυτό το πρόβλημα κατανόησης, μπορεί να οφείλεται στην ιδιοσυγκρασία μας, το επίπεδο των γνώσεών μας, την πληροφόρηση που λαμβάνουμε για τον κόσμο, την ιδεολογία μας, τις ικανότητες και τις δεξιότητές μας, τα ενδιαφέροντά μας, τους στόχους μας, τις προηγούμενες εμπειρίες μας ή τα κίνητρά μας.

 Οι ανωτέρω παράγοντες αν συνδυαστούν και με τα πολιτισμικά εμπόδια που αναπτύσσονται ανάμεσα σε λαούς με διαφορετική ιστορία, κουλτούρα και πολιτισμό, αλλά και τις αντιληπτικές μας παραμορφώσεις, εντείνουν ακόμη περισσότερο το πρόβλημα κατανόησης και το κενό επικοινωνίας ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους λαούς. Για παράδειγμα οι αντιληπτικές μας παραμορφώσεις όπως τα στερεότυπα,1 το φωτοστέφανο,2 η αντιληπτική άμυνα,3 η επιλεκτική αντίληψη,4 και η προβολή,5 μπορούν να επηρεάσουν τη διαδικασία της αντίληψής μας, να μας οδηγήσουν σε μια μεροληπτική επιλογή ερεθισμάτων και να καθορίσει αρνητικά τη σχέση μας με τους λαούς άλλων κρατών. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι η διαδικασία σχηματισμού της αντίληψή μας για τους άλλους, αλλά και των άλλων για εμάς, επηρεάζει το επίπεδο και την ποιότητα της επικοινωνίας μας.

 Ειδικότερα, η διαβίβαση των πληροφοριών, των ιδεών, των θέσεων των στάσεων ή των συναισθημάτων μας προς τους άλλους αλλά και προς εμάς εξαρτάται από τον τρόπο που αλληλο-αντιλαμβανόμαστε ο ένας τον άλλον, το ιστορικό (θετικό ή αρνητικό) της σχέσης μας και τη συναισθηματική και ψυχική μας κατάσταση. Υπό το πρίσμα αυτό, οι φορείς της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής θα πρέπει να κατανοήσουν το σπουδαίο ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει μέσω του πολιτισμού η πολιτιστική διπλωματία. Η πολιτιστική διπλωματία είναι ένα μέσο ήπιας ισχύος που αξιοποιούν τα κράτη για να κερδίσουν συμπάθεια και να ασκήσουν επιρροή στα κοινά άλλων κρατών παρουσιάζοντας τα πολιτιστικά τους επιτεύγματα. Συνεπώς, μέσω της πολιτιστικής διπλωματίας δύναται να καμφθούν τα αντιληπτικά εμπόδια που υπάρχουν ανάμεσα στους έλληνες και τους λαούς των άλλων κρατών, ώστε να βελτιωθεί η επικοινωνία μαζί τους και να δημιουργηθούν σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης και συνεργασίας.

Ειδικότερα, για να επιτευχθεί ο ανωτέρω στόχος οι φορείς της ελληνικής πολιτιστικής διπλωματίας θα πρέπει να εντοπίσουν των σημεία που αν αξιοποιηθούν είναι ικανά να δημιουργήσουν ένα κοινό πλαίσιο πολιτιστικών αρχών και αξιών, αλλά και μια κοινή πολιτιστική κουλτούρα που θα αποτελέσει το κοινό πεδίο συνεννόησης και συνεργασίας με τους άλλους λαούς.

Υπό την οπτική αυτή, η ελληνική πολιτιστική διπλωματία πρέπει να συμβάλλει στην κατανόηση των λαών που αποτελούν στόχο για την ελληνική διπλωματία, αλλά και την κατανόηση της Ελλάδας από μέρους τους.Επίσης, πρέπει να διαμορφώσει το κατάλληλο πλαίσιο επικοινωνίας, ώστε να ακουστούν οι φωνές και των δύο πλευρών για να γίνουμε ενεργοί ακροατές και να κατανοήσουμε τι έχουμε να πούμε ο ένας στον άλλον. Οι φορείς της ελληνικής πολιτιστικής διπλωματίας πρέπει να αναπτύξουν δυναμικές σχέσεις με ειδικά ακροατήρια άλλων χωρών, ώστε να αναπτυχθούν ισχυροί δεσμοί φιλίας και σύνδεσης μαζί τους.Επιπρόσθετα, οι στόχοι της πολιτιστικής διπλωματίας, θα πρέπει να συνδεθούν με τους στόχους της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και της υψηλής στρατηγικής (αν υπάρχει) της Ελλάδας. Εν κατακλείδι, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, τα έθνη για να επιβιώσουν χρειάζονται περισσότερο από ποτέ να συνδιαλλαγούν, να δικτυωθούν και να συνεργαστούν το ένα με το άλλο. Αν αξιοποιήσουν αποτελεσματικά τους συντελεστές ήπιας ισχύος όπως τον πολιτισμό, δύναται να ενισχύσουν τη γεωπολιτική του θέση και να εκπληρώσουν τις εθνικές τους επιδιώξεις.

1 Τα στερεότυπα αφορούν θετικά ή αρνητικά χαρακτηριστικά που αποδίδονται σε ένα άτομο ή ομάδα βάσει μιας γενικής κατηγοριοποίησης και αντιληπτών ομοιοτήτων που αποτελούν αποτέλεσμα προκαταλήψεων απέναντι σε άτομα, ομάδες και ιδέες.

2 Είναι η διαδικασία μέσω της οποίας διαμορφώνεται η αντίληψή μας για κάποιο πρόσωπο ή ομάδα με βάση ένα ευνοϊκό ή δυσμενές χαρακτηριστικό ή εντύπωση. Για παράδειγμα, οι Σέρβοι επειδή είναι ορθόδοξοι είναι φίλοι και σύμμαχοί μας.

3 Είναι η τάση μας να αποφεύγουμε ή να αντιστεκόμαστε να προσλάβουμε ερεθίσματα που είναι ενοχλητικά ή τα θεωρούμε απειλητικά και αρνούμαστε να τα αποδεχτούμε.

4 Είναι η διαδικασία του συστηματικού αποκλεισμού πληροφοριών, που δεν θέλουμε να ακούσουμε.

5 Είναι η τάση να αποδίδουμε τα συναισθήματα, τα κίνητρα και τα χαρακτηριστικά μας σε άλλους ανθρώπους.

Print Friendly, PDF & Email